16 Δεκεμβρίου 1996. Λίγο πριν τη διακοπή του ελληνικού πρωταθλήματος για τα Χριστούγεννα. Ο Ολυμπιακός, ο οποίος προελαύνει άηττητος, δείχνοντας ότι αφήνει πίσω του τα πέτρινα χρόνια, έχει μπροστά του μια σκληρή μονομαχία. Πρέπει να ταξιδέψει ως τη Βέροια για να αναμετρηθεί με την ομάδα της πόλης, η οποία φέτος δεν δείχνει επίσης να αστειεύεται, έχοντας βάλει ήδη τα δύσκολα σε όλες τις μεγάλες ομάδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Συνέντευξη του Θωμά Τρούπκου στον Άκη Κατσούδα.
Το γήπεδο της πόλης είναι κατάμεστο. Σχεδόν όλοι είναι οπαδοί της Βέροιας. Τα ερυθρόλευκα δεν υπάρχουν πουθενά. Για αυτό είχαν φροντίσει άθελά τους οι αγρότες της βόρειας Ελλάδας, οι οποίοι εδώ και μέρες είχαν κλείσει με τα τρακτέρ τους τους μεγάλους δρόμους της χώρας, ώστε να μην περνά κανείς και να πιέσουν την κυβέρνηση να ακούσει τα αιτήματά τους.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η Βέροια βγαίνει μπροστά. Δεν της αρκεί μια καλή εμφάνιση και μια ισοπαλία. Η μπάλα πάει στα πλάγια. Γίνεται η σέντρα προς την περιοχή. Ο επιθετικός της ομάδας σηκώνεται, χωρίς να πηδήξει καν, παίρνει την κεφαλιά και την στέλνει με απίστευτη ποιότητα και ψυχραιμία στην άκρη της εστίας, κάτω αριστερά, εκεί που ο τερματοφύλακας του Ολυμπιακού, δεν μπορεί να κάνει τίποτα απολύτως. 1-0.
Όλοι πέφτουν πάνω στον σκόρερ, τον Τάσο Μητρόπουλο. Τον άλλοτε θρύλο Ολυμπιακού, ο οποίος στα 38 του πλήγωσε την αγαπημένη του ομάδα. “Δεν ξέρω όταν το έβαλε το γκολ αν ήταν πραγματικά χαρούμενος ή δυστυχισμένος”, λέει κάποιος για τον οποίο θα μιλήσουμε αποκλειστικά στη συνέχεια.
Τα λεπτά περνούν και η Βέροια παραμένει στην επίθεση. Η μπάλα μπαίνει ξανά στην περιοχή, αυτή τη φορά από κόρνερ. Τώρα στη θέση για να απειλήσει δεν είναι ο Τάσος Μητρόπουλος, αλλά ο έτερος επιθετικός της ομάδας, και ντόπιος legend, ο Θωμάς Τρούπκος.
“Τη θυμάμαι πολυ καλά τη φάση, όπως και ολόκληρο το παιχνίδι. Ήρθε η μπάλα από το κόρνερ, εγώ ήμουν στο πρώτο δοκάρι, ο τερματοφύλακας ήταν εκτός θέσης, αλλά η μπάλα πήγε λίγο ψηλά”. Με το που αστοχεί πέφτει με το πρόσωπο στο χορτάρι και όταν σηκώνεται πιάνει τα χέρια του το πρόσωπο, απογοητευμένος, λες και μόλις είχε χάσει τη μεγαλυτερη ευκαιρία της ζωής του. Φαίνεται ότι ήθελε πολυ αυτό το γκολ.
Το ματς τελικά λήγει με σκορ 1-0. Ο Τρούπκος δε σκοράρει, αλλά πανηγυρίζει τη νίκη αυτή με τη ψυχή του. Όπως και ολόκληρη η ομάδα. Ολόκληρη η πόλη. “Ήταν μια σπουδαία εμφάνιση και μια σπουδαία νίκη. Για μένα ήταν η καλυτερη Βέροια που κατέβηκε ποτέ στην Α Εθνική. Με πολλά παιδιά από τον νομό που ανέβασαν την ομάδα και υστερα έπαιξαν σε μεγάλες ομάδες. Ήταν καλοκουρδισμένη η ομάδα. Δεν φοβόμασταν καμία άλλη. Παίζαμε για να κερδίσουμε. Θέλαμε να κάνουμε το δικό μας παιχνίδι. Ωραία χρόνια, αλησμόνητα”, λέει σήμερα ο Θωμάς Τρουπκος.
Τον συναντά στην Ελιά, έναν πανέμορφο πολυχώρο στη Βέροια, ψηλά στον λόφο, από τον οποίο μπορείς να δεις ολόκληρη την πεδιάδα και τα ατελείωτα χωράφια με ροδάκινα και άλλες καλλιέργειες. Οι ντόπιοι λένε το σημείο “μπαλκόνι της δυτικής Μακεδονίας”. “Όταν έχει καλό καιρό, βλέπεις μέχρι και τη Θεσσαλονίκη”. Σήμερα ο καιρός είναι συνεφιασμένος.
Σε λίγο πιάνει καταιγίδα. Η βροχή είναι τόσο δυνατή που κάποια στιγμή παίρνουμε τα πράγματα μας και πάμε λίγο μέσα για να μη βραχουμε. “Δεν είναι καλή βροχή αυτή”, λέει όσο κοιτάει τον κάμπο σκεπτικά. Ο ίδιος έχει, μαζί με τον αδερφό του, επίσης ποδοσφαιριστή, ο οποίος μάλιστα έπαιξε στον Ολυμπιακό, τον Γρηγόρη, χωράφια με ροδακινιές. Ζει στην πόλη, αλλά τη μισή του μέρα την περνάει στο χωριό. Τώρα ακόμη περισσότερο μιας και είναι η εποχή του μαζέματος.
Η φυσική του κατάσταση, η κορμοστασιά του, είναι ακόμη μέχρι σήμερα ίδια με εκείνη όταν ξεκίναγε να παίζει μπάλα στην ομάδα του χωριού του. Εκεί έμεινε μόλις τρία χρόνια, καθώς οι άνθρωποι της Βέροιας γρήγορα κατάλαβαν το ταλέντο του και έτρεξαν για να τον κάνουν δικό τους. Πλήρωσαν και μάλιστα πλήρωσαν πολλά. 3,5 εκατομμυρια δραχμές. Ποσό ρεκόρ για την περιοχή και για το χωριό του.
Εκείνος είπε απευθείας “ναι”. “Όταν ήμασταν μικροί, μας έφερνε ο πατέρας μου μας έφερνε και βλέπαμε τη Βέροια. Είχα δεθεί πολύ συναισθηματικά”, λέει.
Στην Βέροια έπαιξε 7 χρόνια. Από τον τρίτο κιόλας είχε γίνει αρχηγός. Με εκείνον η ομάδα κατάφερε να ανέβει από την τρίτη κατηγορία, στη δεύτερη και από τη δεύτερη στην πρώτη. Και τότε ήταν που ήρθαν στο πλευρό του σπουδαίοι παίκτες. Με πρώτο και καλυτερο τον Όλεγκ Προτάσοφ, τον “μεγαλυτερο ξένο ποδοσφαιριστή που έχει παίξει στην πόλη” κατ’ εκείνον, ο οποίος ήταν βασικό στέλεχος της άλλοτε σπουδαίας ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης.
“Ήταν απίστευτο. Πριν από μερικά χρόνια τον έβλεπα στο Μουντιάλ να παίζει με τη Σοβιετική Ένωση και μετά από λίγο τον είχα συμπαίκτη. Καταπληκτικός παίκτης”. Και φυσικά ο Τάσος Μητρόπουλος, ένας από τους σπουδαιότερους επιθετικούς στην ιστορία του ελληνικου ποδοσφαίρου, ο οποίος ομως, όντας 38 χρονων ήταν στη δύση της καριέρας του. Κι όμως.
“Θα πίστευε κανείς ότι θα ερχόταν για να κολλήσει τα τελευταία του ένσημα. Κι όμως από τη μέρα που ήρθε ως τη μέρα που έφυγε ήταν επαγγελματίας. Πρώτος στη δουλειά, να σε καθοδηγήσει, να σου δώσει συμβουλές. Και στην προπόνηση πρώτος και για αυτό έπαιξε τόσα χρόνια”, εξηγεί ο Θωμάς Τρουπκος.
Η σεζόν τελείωσε το πρωτάθλημα, τερματίζοντας στην 10η θέση, έχοντας εξασφαλίσει την παραμονή από νωρίς και σχετικά εύκολα. Ο Τρούπκος έμεινε στην ομάδα ως το τέλος της σεζόν. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια κατάφερε να σημειώσει περισσότερα από 60 γκολ και να γίνει ο πρώτος σκόρερ την ιστορία του συλλόγου.
Επόμενη στάση, η Καλαμάτα. Μόνο που δεν γνώριζε τίποτα για τη μεταγραφή του σε αυτή. “Μετά το τέλος του παιχνιδιού με παίρνει τηλέφωνο ο πρόεδρος και μου λέει ‘έλα να πάμε κάπου’. Πηγαίναμε, πηγαίναμε, πηγαίναμε. Περνάμε Κατερίνη, Λάρισα, Λαμία. Τον ρωτάω: ‘πρόεδρε που πάμε;’. Και εκεί μου είπε: ‘θα σε δώσω στην Καλαμάτα. Αλλά άμα δε θέλεις, γυρνάμε πίσω’. Πήγαμε Αθήνα, τα βρήκαμε. Πάρα πολλά λεφτά. Είχε δυσκολέψει η ομάδα στο οικονομικό. Το είδα και σαν ευκαιρία καλή”.
Η απόφασή του τελικά του βγήκε σε καλό, καθώς στα 2,5 χρόνια που έπαιξε στη “Μαυρη Θύελλα”, κατάφερε να γίνει και εκεί ο αγαπημένος της εξέδρας. Είναι τρομερό επίτευγμα, να το κάνεις με μια ομάδα. Πόσο μάλλον με δύο. Ακολουθησαν Απόλλων Καλαμαριάς, Καβάλα, Καστοριά, Ακράτητος, Δόξα Δράμας, Παναχαϊκή, Αναγέννηση Καρδίτσας.
Μπορεί η μεταγραφή σε μια από τις μεγάλες ομάδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης να μην ήρθε ποτέ -έφτασε μια ανάσα από τον ΠΑΟΚ-, αλλά είναι πολυ χαρουμενος με την καριέρα του. Σήμερα δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο ενεργά, αλλά παρακολουθεί. Πηγαίνει κάθε Κυριακή στο γήπεδο να δει την Βέροια, η οποία πλέον αγωνίζεται στη τρίτη κατηγορία, αρκετά χρόνια πλέον, μια δεκαετία, από την πρώτη κατηγορία.
Ελπίζει η ομάδα κάποια στιγμή να γυρίσει εκεί που ανήκει. Και να ξαναδεί η πόλη χαρές και δόξες, όπως εκείνες όταν κέρδισε τον Ολυμπιακό. Κι ας έβαλε γκολ εκείνος.














